Λίκτορας

λικτορ

Λίκτορας που κρατά ράβδο με ένα πέλεκυ στο κέντρο.

Ναι ναι και όμως υπάρχει. Πρόκειται για την ελληνοποιημένη εκδοχή του λατινικού Lictor. Δεν θα την βρείτε στα γνωστά λεξικά μαζί με τόσες και τόσες ελληνοποιημένες λέξεις. Θα την συναντήσετε όμως, όχι συχνά η αλήθεια είναι, σε κείμενα πολιτικής ιστορίας, πολιτικών επιστημών ή ακόμα πιθανότερο σε ιστορικά βιβλία που αναφέρονται στην Αρχαία Ρώμη. Φυσικά καμία σχέση με την λέξη λέκτορας. Ο Λίκτορας έχει να κάνει με την ισχύ, την εξουσία, την δύναμη, την επιρροή και εσχάτως με τον φασισμό. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το πώς και με ποιόν τρόπο συνδέονται αυτές οι δυο λέξεις. Για να δούμε λοιπόν τι και ποιος ήταν ο Λίκτορας.

Λίκτορας, ο (οι Λίκτορες, μόνο αρσ, ελλην. του Lictor)

Οι Λίκτορες ήταν ακόλουθοι (κλητήρες) ραβδοφόροι [κρατούσαν ραβδί (lictus)] της ρωμαϊκής αρχαιότητας, οι οποίοι συνόδευαν τους Ρωμαίους αξιωματούχους. Η ενδυμασία τους ήταν ανάλογη με εκείνη του αξιωματούχου, και είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα στην πόλη φορούσαν τήβεννο ενώ έξω κόκκινο στρατιωτικό μανδύα. Οι Λίκτορες  ως σύμβολο δύναμης και κυριαρχίας κρατούσαν μια ράβδο που αποτελείτο από fascis δηλαδή από μία δέσμη από βέργες φτελιάς ή σημύδας, δεμένες με κόκκινη ταινία. Η προέλευση του είναι μάλλον ετρουσκική. Έχει λοιπόν το νόημα της «ένωσης δυνάμεων σε μία γροθιά». Από την λέξη fascis προέρχεται η λέξη φασισμός! ετυμολογικά για την λέξη φασισμός το λεξικό αναφέρει:

ιταλ. fascismo<fascia «δέσμη, ταινία» < λατινικά fascis, αρχαίο ρωμαϊκό έμβλημα που υιοθέτησε ο Μουσσολίνι το 1919 (ως σύμβολο του κινήματος του), το οποίο παρίστανε μια δέσμη ράβδων με έναν πέλεκυ.

 

fasces lictoriae
Στο εξαιρετικό άρθρο Γέννηση και άνοδος του ιταλικού φασισμού του Πάνου Γιαννακαίνα διαβάζουμε τα εξής:

Ο όρος «φασισμός» προέρχεται από το Fascio, που με τη σειρά του «κατάγεται» από τη λατινική λέξη «fasces» και για την ακρίβεια από την έκφραση «fasces lictoriae». Eπρόκειτο για δεμάτια από ραβδιά (fasces σημαίνει ακριβώς «δεμάτια») τα οποία έφεραν οι Λίκτορες, αξιωματούχοι apparitores (κατώτεροι δημόσιοι λειτουργοί) του ρωμαϊκού πολιτεύματος. Kάθε αξιωματούχος κρατούσε ένα fascis το οποίο αποτελούνταν από έναν αριθμό ραβδιών ανάλογα με τη θέση του στην ιεραρχία, ενώ στη μέση του δεματιού βρισκόταν ένας πέλεκυς. Aυτός συμβόλιζε τη δυνατότητα κοπής της κεφαλής των αντιπάλων του πολιτεύματος.
Στη σημειολογία των φασιστών του Mουσσολίνι, ο πέλεκυς μπορεί να είναι μονός ή διπλός, υπονοώντας την κοπή των κεφαλών όποιων εχθρεύονται το καθεστώς, ανεξάρτητα από τον πολιτικό και ιδεολογικό χώρο από τον οποίο προέρχονται.
H καταγωγή του εθίμου των fasces lictoriae χάνεται στα βάθη του χρόνου και κατά πάσα πιθανότητα βρίσκεται στην περίοδο των Eτρούσκων βασιλέων της Pώμης. Πάντως, καθ’ όλη την περίοδο της Δημοκρατίας, οι Λίκτορες με τα ιδιότυπα σύμβολα της δύναμής τους προηγούνταν των ανώτερων αξιωματούχων της Res Publica σε κάθε δημόσια εμφάνιση. Eπίσης, κατά τη διάρκεια των περίφημων θριάμβων που διεξήγαγαν θριαμβευτές στρατηγοί, οι στρατιώτες που είχαν διακριθεί στη μάχη κουβαλούσαν fasces.
Eίναι αξιοσημείωτο ότι ο πέλεκυς απομακρυνόταν από το δεμάτι όταν οι Λίκτορες βρίσκονταν εντός των ορίων της παλιάς πόλης της Pώμης (Pomerium), κάτι που συμβόλιζε ότι η ανώτερη εξουσία σε αυτό το τμήμα της πόλης ανήκε στο λαό της πόλης και σε κανέναν άλλο.
Tα Fasces ως σύμβολο ισχύος παρέμειναν σε χρήση στη Pώμη και κατά την αυτοκρατορική περίοδο, ενώ σε μεταγενέστερες περιόδους έχουν χρησιμοποιηθεί πολλές φορές σε διάφορες χώρες – πριν και μετά τον Mουσολίνι – ως σύμβολο ενότητας, δύναμης και εξουσίας.

Τέλος, ο βασικός λόγος που η χρήση του όρου γενικεύτηκε – καταχρηστικά πολλές φορές – είναι ιστορικός επειδή ο Μουσολίνι προηγήθηκε,ήδη από το 1922 ,στην κατάκτηση της εξουσίας. Ακόμη κι ο ναζισμός κι ο φαλαγγισμός (δικτατορία Φράνκο στην Ισπανία) συχνά αποκαλούνται με την ιταλική «ετικέτα».

Junia31

Head of Libertas, and on the reverse a consul flanked by two lictors on a denarius

Advertisements

Μυκηθμός

Ένα ακόμα λήμμα το οποίο όπως και η λέξη Ορρωδώ αποτελεί έναν ηχομιμητικό τύπο με καταπληκτική ετυμολογία μιας και βασίζεται σε μία από τις βασικότερες κοινές Ινδοευρωπαϊκές ρίζες που συναντάμε σε πάρα πολλές γλώσσες! Ο τύπος αυτός λοιπόν ανάγεται στην Ινδοευρωπαϊκή ρίζα *mu-k- η οποία είναι μια ονοματοποιημένη ρίζα που δήλωνε μια ηχομίμηση τού υπόκωφου ήχου που παράγεται με πιεσμένα τα χείλη και την θέση των χειλιών όταν ρουφούν ή μουρμουρίζουν ή και του άναρθρου μουρμουρίσματος (παρεκτεταμένη με ουρανικό -κ- μορφή τής αρχικής ρίζας *mū-).

Η ρίζα αυτή αντιστοιχεί με λήμματα τής Γερμανικής και τής Βαλτοσλαβικής, της μεσαιωνική γερμανικής mūhen, mugen, mūwen «μουγκρίζω, στα αρχαία σλαβικά mykŭ (μυκηθμός, μουγκρητό), στα λατινικά mūgiō (μουγκρίζω), στα αγγλικά moo, στα ιταλικά mucca (αγελάδα) και στα γαλλικά mugir.

Ας δούμε τί αναφέρει το λεξικό:

Μυκηθμός

  1. η φωνή των βοοειδών μούγκρισμα, μουκάνισμα
  2. (μεταφορικά) υπόκωφη βοή, θόρυβος π.χ. ο μυκηθμός της θάλασσας
  3. στα αρχαία το βέλασμα των προβάτων

μυκῶμαι, –άομαι, και μύκομαι

  1.  (κυρίως για τα βοοειδή) εκβάλλω μυκηθμό, μουγκρίζω, μουκανίζωμόσχοι σὺν κεραῇσιν ἐμυκήσαντο βόεσσι»,Θεόκριτος)
  2. (για άψυχα) εκβάλλω υπόκωφο και παρατεταμένο ήχο, βοώ, βουίζω.

(α. «η θάλασσαμυκάται λυσσασμένη», Γεώργιος Ζαλοκώσταςβ. «ἤσθου φωνῆς αβροντῆς μυκησαμένης ἅμα καί βροντῆς μυκησαμένης θεοσέπτου ;», Νεφέλες, Αριστοφάνης.)

Επίσης συναντάμε τα μόρια μυκηδόν, μυκή=μούγκρισμα, μύκημα=(αρχαία) ο κρότος της βροντής, ισχυρός ήχος, η μυκηματία= σεισμός με υπόκωφο κρότο και τα ομόρριζα μυώ, μύζω, μύωψ, μύστης, μυστικός, μυστήριον και πιθανά και ο μύθος.