Μενετός

Μήπως αγοράσατε βιβλία ή άλλα αγαθά από το εξωτερικό και περιμένετε ένα μήνα άχρι  παραδόσεως; ή πήγατε στην τράπεζα και ο μέσος όρος αναμονής είναι τρεισήμισι ώρες; τότε δεν υπάρχουν πολλές επιλογές. Πρέπει να είστε μενετικοί (προσοχή όμως, προς θεού όχι εμετικοί!).

Λέξη φορτωμένη με αρχαιοπρέπεια και σοφία! Την συναντάμε στην υπέροχη φράση του Θουκυδίδη <του δε πολέμου οι καιροί ου μενετοί>  (οι ευνοϊκές περιστάσεις του πολέμου δεν περιμένουν) που συχνά αποδίδεται ή χρησιμοποιείται ως <οι περιστάσεις δεν περιμένουν να τις εκμεταλευτούμε αλλά περνούν γρήγορα> δλδ δεν υπάρχουν περιθώρια αναβολής αλλά είναι αναγκαίο να δράσουμε αμέσως.

Σύμφωνα με το λεξικό συναντάμε τα εξής λήμματα:

μενετός -ή, -όν

  1. ο κατάλληλος για αναμονή ή ο διατεθειμενος να περιμενει
  2. αυτός που περιμένει ΣΥΝ υπομονετικός, καρτερικός, μακρόθυμος

 

μενετικός, -ή, -όν

  1. αυτός που περιμένει ΣΥΝ υπομονετικός, καρτερικός, μακρόθυμος
  2. (το ουδ. ως ουσ.) το μενετικόν> η υπομονή, η καρτερικότητα, η σταθερότητα.

 

 

 

 

 

Advertisements

αχλύς

Υπάρχουν μέρες που το μυαλό σας είναι θολό; έχετε πιει ένα ποτηράκι παραπάνω και δεν μπορείτε να θυμηθείτε την διεύθυνση του σπιτιού σας; τότε είναι πολύ πιθανό να έχετε μόλις γνωρίσει την σκυθρωπή κυρία. Την κυρία αχλύ!

Ακόμα μια λέξη που περιβάλλεται σε μια αχλύ μυστηρίου, χωρίς να φανερώνει το αρχέγονο, αμαρτωλό, σκοτεινό, σχεδόν πένθιμο παρελθόν της αλλά και το γένος της!
Στον Όμηρο χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη θολούρα που εμποδίζει την όραση, ειδικότερα στη φράση <κατά δ‘ οφθαλμών κεχυτ‘ αχλύς> (σκοτείνιασαν τα μάτια του, έχασε τις αισθήσεις του) αναφερόμενος στην ομίχλη που σκεπάζει τα μάτια ενός ετοιμοθάνατου πολεμιστή.

Επίσης την συναντάμε στον Ιπποκράτη (ασθένεια των ματιών), τον Κριτία (θολούρα λόγω μέθης), τον Αρχίλοχο (ερωτική συγκίνηση που προκαλεί σύγχυση) και τον Οππιανό (το μελάνι της σουπιάς).  Και τέλος θα την βρείτε και στην καταπληκτική φράση <η αχλύς των παθών>, που σημαίνει τα πάθη που συσκοτίζουν τον νου ή κλονίζουν την πίστη.

ας δούμε τι αναφέρει το λεξικό:

(η) Αχλύς {αχλ-ύος, ύ} (χωρίς πληθυντικό)

  1. η ελαφρά ομίχλη, το νέφος, η θολούρα ΣΥΝ καταχνιά, πούσι.
  2. (μτφ) η κατήφεια του προσώπου ΣΥΝ σκυθρωπότητα, συνοφρύωση

επίσης υπάρχει ο ρηματικός τύπος αχλύω (σκοτεινιάζω, μαυρίζω κάτι) και το επίθετο αχλυώδης (-ης, -ες)