Νόσφισμα

νόσφισμα, νόσφιση ή νόσμισμα; διαφορετικές μορφές της ίδιας λέξης, που όλες πηγάζουν από τον ρηματικό τύπο νοσφίζω. Αρχικά νόμιζα ότι πρόκειται για μια έννοια που συγγενεύει με το νομίζω, σοφίζομαι (εξού και σόφισμα).

Όμως πρόκειται για κάτι πιο βαρύ, όσον αφορά τουλάχιστον το ηθικό μέρος της ερμηνείας. Κοινώς, η κλοπή με την μορφή της ιδιοποίησης, της κατάχρησης, της παράνομης κατοχής.

Νόσφιση

  •  σφετερισμός, ιδιοποίηση, κατάχρηση, κλοπή.
Νοσφίζομαι
  •  Γίνομαι παράνομα κάτοχος ξένου πράγματος ή αντικειμένου, το κατακτώ και το κρατώ με δόλιο τρόπο.

παράδειγμα: νοσφίζομαι έδαφος ή περιουσία. ΣΥΝ, ιδιοποιούμαι, σφετερίζομαι, οικειοποιούμαι,

Επίσης συναντάμε την λέξη στην φράση «νόσφιση εξουσίας» που σημαίνει τις βαρύτατες περιπτώσεις παραβίασης των κανόνων αρμοδιότητας εκ μέρους των οργάνων τής εκτελεστικής εξουσίας και γενικότερα της πολιτείας εις βάρος πολιτών.
ΕΤΥΜ αρχ. νοσφίζω, αρχική σημασία «απομακρύνω-αποστερώ» < επίρρημα νόσφι «μακριά από, παράμερα, κρυφά» αβέβαιης ετυμολογίας. Το επίθημα -φι ίσως είναι υπόλειμμα οργανικής πτώσεως, αλλά δεν έχει προσδιοριστεί σαφώς το θέμα της λέξης.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s