Τολύπη

Μια λέξη μικρή, εύθραυστη, ελαφριά, τρυφερή, που αιωρείται και ταξιδεύει με την φορά του ανέμου. Νομίζω δεν είναι τυχαίο που η συγκεκριμένη λέξη συναντάται και με την μορφή υποκοριστικού (το τολύπιον).

Τολύπη= τούφα από κατεργασμένο μαλλί ή βαμβάκι έτοιμο για γνέσιμο (επίσης και τουλούπα)

Κατ’ επέκταση κάθε τι που μοιάζει ή έχει σχήμα τολύπης (τολύπη χιονιού, καπνού). Στα αρχαία σημαίνει είδος φυτού κολοκύνθη.

Η ετυμολογία της είναι μεν αμφίβολη, όμως ειδικά στην ρηματική της μορφή και ιδιαίτερα στα αρχαία φαίνεται ότι έχει πολλαπλές έννοιες.

  1.  παρασκευάζω τολύπη, κάνω τουλούπα
  2. τελειώνω περατώνω κάτι
  3. υπομένω, υποφέρω
  4. (μτφ.) μηχανεύομαι, κατεργάζομαι
  5. (μτφ.) προξενώ, προκαλώ

Προσωπικά, προτιμώ να την θυμάμαι σαν μικρή, άσπρη νιφάδα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s